1️⃣ Η Αφύπνιση
Μόλις η θερμοκρασία στην επιφάνεια του χρώματος φτάσει περίπου τους 200°C – 250°C, τα χημικά συστατικά του ενεργοποιούνται.
Αν ρωτήσετε έναν αρχιτέκτονα πώς θέλει να φτιάξει έναν μοντέρνο επαγγελματικό χώρο, το πιθανότερο είναι να σας πει: «Θέλω εμφανή μεταλλικά δοκάρια και κολώνες». Ο γυμνός χάλυβας είναι όμορφος, επιβλητικός και δίνει αυτή τη βιομηχανική (industrial) αισθητική.
Όμως, όπως μάθαμε, ο γυμνός χάλυβας λυγίζει σαν μακαρόνι στους 500°C. Πώς λοιπόν τον προστατεύουμε χωρίς να τον κρύψουμε πίσω από χοντρές, άσχημες γυψοσανίδες ή τσιμέντα; Η απάντηση κρύβεται στη χημεία των Διογκούμενων Χρωμάτων (Intumescent Coatings).
Στο δοχείο τους, τα διογκούμενα χρώματα μοιάζουν με μια κανονική, ίσως λίγο πιο παχύρρευστη, λευκή μπογιά. Εφαρμόζονται με ρολό ή (συνηθέστερα) με πιστόλι ψεκασμού (airless spray) πάνω στο μέταλλο. Όταν όμως ξεσπάσει πυρκαγιά, συμβαίνει το εξής θαύμα:
Μόλις η θερμοκρασία στην επιφάνεια του χρώματος φτάσει περίπου τους 200°C – 250°C, τα χημικά συστατικά του ενεργοποιούνται.
Το χρώμα αρχίζει να «βράζει» και να φουσκώνει βίαια. Αυξάνει τον όγκο του έως και 50 φορές σε σχέση με το αρχικό του πάχος! Ένα χιλιοστό μπογιάς μετατρέπεται σε 5 εκατοστά αφρού.
Αυτός ο αφρός δεν είναι πλαστικός. Είναι μια κρούστα καθαρού άνθρακα, εντελώς άκαυστη, η οποία λειτουργεί ως το τέλειο μονωτικό. Εγκλωβίζει τη ζέστη των 1.000°C απ' έξω, κρατώντας την καρδιά του χάλυβα κάτω από το κρίσιμο όριο των 500°C για 60, 90 ή 120 λεπτά.
Το μεγαλύτερο λάθος που κάνουν οι ανειδίκευτοι μάστορες είναι να αγοράζουν έναν τενεκέ διογκούμενο χρώμα και απλώς να το περνάνε με το πινέλο. Η προστασία απαιτεί ένα αυστηρό «σάντουιτς» τριών υλικών:
Το μέταλλο πρέπει να καθαριστεί τέλεια (με αμμοβολή) και να περαστεί με ειδικό αντισκωριακό αστάρι. Αν το αστάρι δεν είναι συμβατό με το διογκούμενο χρώμα, στη φωτιά ο αφρός θα ξεκολλήσει και θα πέσει στο πάτωμα!
Εδώ παίζεται το παιχνίδι. Ο Μηχανικός Πυροπροστασίας έχει υπολογίσει το ακριβές πάχος που απαιτείται, μετρημένο σε μικρά (microns). Δεν «βάφουμε μέχρι να καλύψει», ψεκάζουμε συγκεκριμένα γραμμάρια ανά τετραγωνικό.
Το διογκούμενο χρώμα είναι ευαίσθητο στην υγρασία. Αν μείνει γυμνό, η υγρασία του αέρα θα καταστρέψει τα χημικά του σε λίγα χρόνια. Γι' αυτό, «σφραγίζεται» από πάνω με ένα συμβατό, διακοσμητικό τελικό χρώμα (π.χ. μαύρο, γκρι ή κόκκινο) που το αδιαβροχοποιεί.
Αν και ο βασικός τους πελάτης είναι ο χάλυβας, υπάρχουν ειδικά διάφανα (ή λευκά) διογκούμενα βερνίκια και για το ξύλο! Αν έχετε μια πανέμορφη, παλιά ξύλινη στέγη ή μια εμφανή ξυλεία σε ένα εστιατόριο, μπορείτε να την περάσετε με διογκούμενο βερνίκι. Στη φωτιά, το βερνίκι θα φουσκώσει, κόβοντας το οξυγόνο και αποτρέποντας το ξύλο από το να αναφλεγεί, διατηρώντας ταυτόχρονα την αισθητική του χώρου ανέπαφη τον υπόλοιπο καιρό.
Φτιάχνουμε ένα μπαρ με μεγάλες χαλύβδινες κολώνες (HEB 200). Ο νόμος απαιτεί πυραντίσταση R 60.
Ο ελαιοχρωματιστής αγοράζει το χρώμα και το περνάει «με το μάτι», ρίχνοντας μια λεπτή στρώση των 200 microns γιατί βιαζόταν. Ξεσπάει φωτιά. Στους 250°C το χρώμα φουσκώνει, αλλά επειδή ήταν λίγο, δημιουργεί έναν αφρό μόλις 1 εκατοστού. Η θερμομόνωση είναι ανεπαρκής. Στο 30ό λεπτό ο χάλυβας φτάνει τους 600°C και το κτίριο καταρρέει.
Ο μηχανικός διαβάζει τον πίνακα του υλικού και απαιτεί πάχος 800 microns για τη συγκεκριμένη κολώνα. Ο βαφέας περνάει 3 χέρια με το πιστόλι και μετράει το πάχος με ειδικό μικρόμετρο. Σφραγίζει με το Topcoat. Ξεσπάει η ίδια φωτιά. Το χρώμα δίνει έναν θηριώδη αφρό 5 εκατοστών. Στα 60 λεπτά, ο χάλυβας είναι μόλις στους 350°C. Το κτίριο σώθηκε!
Το Τελικό Συμπέρασμα: Τα διογκούμενα χρώματα είναι ο τέλειος γάμος μεταξύ αισθητικής και απόλυτης ασφάλειας. Όμως, δεν συγχωρούν την προχειρότητα. Το σωστό πάχος εφαρμογής και το κατάλληλο «σφράγισμα» είναι τα στοιχεία που καθορίζουν αν το μέταλλο θα αντέξει ή αν θα λιώσει!
Επιστροφή στην κατηγορία.
Μετάβαση στην κατηγορίαΕπιστροφή στον κεντρικό οδηγό.
Μετάβαση στον οδηγό