400°C
Ο χάλυβας αρχίζει να χάνει την αντοχή του.
Ένα κτίριο από δομικό χάλυβα είναι ένα θαύμα της μηχανικής. Χτίζεται γρήγορα, αντέχει τεράστιους σεισμούς και επιτρέπει εντυπωσιακά, τεράστια ανοίγματα χωρίς ενδιάμεσες κολώνες.
Όμως, όταν ξεσπάσει μια πυρκαγιά, ο γυμνός χάλυβας μετατρέπεται στον πιο αδύναμο κρίκο της κατασκευής. Σε αντίθεση με το ξύλο (που καίγεται επιφανειακά και αργά) ή το μπετόν (που μονώνει), το μέταλλο «ρουφάει» τη ζέστη σαν σφουγγάρι.
Αν αφήσετε μια χαλύβδινη δοκό (ένα μεταλλικό δοκάρι) γυμνή μέσα σε μια φλεγόμενη αποθήκη, η θερμοκρασία του μετάλλου θα ανέβει δραματικά.
Ο χάλυβας αρχίζει να χάνει την αντοχή του.
Χάνει το 50% της Φέρουσας Ικανότητάς του.
Μέσα σε 10 έως 15 λεπτά από την έναρξη μιας δυνατής φωτιάς, η τεράστια μεταλλική δοκός που σήκωνε τόνους βάρους, λυγίζει σαν… βρασμένο μακαρόνι. Η στέγη καταρρέει χωρίς καμία προειδοποίηση.
Για να πάρει ένα μεταλλικό κτίριο δείκτη πυραντίστασης (π.χ. R 60 ή R 90), πρέπει να «ντύσουμε» τον χάλυβα, ώστε να καθυστερήσουμε τη θερμοκρασία του να φτάσει τους 500°C.
Αυτή είναι ίσως η πιο εντυπωσιακή τεχνολογία στην πυροπροστασία. Τα διογκούμενα χρώματα μοιάζουν με κανονικές, παχιές μπογιές. Ο ελαιοχρωματιστής τα βάφει πάνω στις μεταλλικές κολώνες (σε πάχος μόλις 1 έως 3 χιλιοστών), και από πάνω μπορεί να περάσει το τελικό διακοσμητικό χρώμα. Το μέταλλο φαίνεται γυμνό και κομψό.
Όμως, αυτή η λεπτή βαφή είναι «ζωντανή».
Όταν η φωτιά στο δωμάτιο φτάσει τους 200°C – 250°C, το χρώμα «ξυπνάει». Γίνεται μια ραγδαία θερμική χημική αντίδραση.
Το χρώμα αρχίζει να φουσκώνει. Διογκώνεται έως και 50 φορές το αρχικό του πάχος! Η λεπτή στρώση του 1 χιλιοστού μετατρέπεται ακαριαία σε έναν παχύ, μαύρο, αφρώδη άνθρακα (σαν καμένη μαρέγκα) πάχους 5 εκατοστών.
Αυτός ο «αφρός άνθρακα» είναι ένας από τους καλύτερους θερμομονωτές στη φύση. Εγκλωβίζει τη φωτιά απέξω και κρατάει το μέταλλο από μέσα δροσερό (κάτω από τους 500°C) για 60, 90 ή και 120 λεπτά!
Τα διογκούμενα χρώματα είναι ακριβά. Αν η χαλύβδινη κολώνα βρίσκεται σε ένα υπόγειο πάρκινγκ ή πρόκειται να κρυφτεί πίσω από τοίχους, οι μηχανικοί χρησιμοποιούν πιο φθηνές και «άγριες» λύσεις:
Ψεκάζουν το μέταλλο με ένα παχύ στρώμα από τσιμεντοειδή υλικά αναμειγμένα με βερμικουλίτη. Μοιάζει με άγριο, γκρίζο σφουγγάρι. Είναι φθηνό, εξαιρετικά ανθεκτικό, αλλά οπτικά άσχημο.
Η μεταλλική κολώνα «εγκιβωτίζεται» (ντύνεται γύρω-γύρω) με ειδικές πυράντοχες γυψοσανίδες ή πλάκες πυριτικού ασβεστίου. Η κολώνα πλέον μοιάζει σαν ένας κανονικός, τετράγωνος λευκός τοίχος και το μέταλλο προστατεύεται απόλυτα.
Έχουμε φτιάξει ένα μοντέρνο πατάρι στο δωμάτιό μας, το οποίο στηρίζεται σε μια κεντρική, εμφανή χαλύβδινη κολώνα. Ξεσπάει φωτιά στο ισόγειο.
Έχουμε βάψει την κολώνα με απλή μαύρη λαδομπογιά για ομορφιά. Η φωτιά τυλίγει την κολώνα. Σε 12 λεπτά, το μέταλλο φτάνει τους 550°C. Γίνεται μαλακό. Το βάρος του παταριού λυγίζει την κολώνα στη μέση και το πατάρι καταρρέει, διαλύοντας τα πάντα.
Είχαμε περάσει 2 χέρια διογκούμενο χρώμα πριν τη διακοσμητική βαφή. Η φωτιά «γλείφει» την κολώνα. Στους 200°C, το χρώμα «σκάει» και φουσκώνει, τυλίγοντας το μέταλλο με έναν μαύρο αφρό 5 πόντων. Η φωτιά μαίνεται στους 900°C, αλλά ο πυρήνας του μετάλλου μένει στους 350°C. Στα 60 λεπτά, η Πυροσβεστική σβήνει τη φωτιά. Το πατάρι στέκεται ακλόνητο. Ξύνουμε τον καμένο αφρό, και το μέταλλο από κάτω είναι εντελώς άθικτο!
Το Τελικό Συμπέρασμα: Αν μένετε ή εργάζεστε σε ένα κτίριο με μεταλλικό σκελετό, η λέξη-κλειδί είναι η «προστασία». Ο γυμνός χάλυβας είναι ανίκητος απέναντι στους σεισμούς, αλλά παραδίνεται αμαχητί στη φωτιά. Είτε με «έξυπνα» χρώματα είτε με επενδύσεις, ο χάλυβας πρέπει πάντα να φοράει την πανοπλία του.
Επιστροφή στην κατηγορία.
Μετάβαση στην κατηγορίαΕπιστροφή στον κεντρικό οδηγό.
Μετάβαση στον οδηγό