Αλκυδικά συστήματα
Τα αλκυδικά και τα συστήματα διαλύτου οξειδώνονται με τον χρόνο. Το κιτρίνισμα είναι ιδιαίτερα εμφανές σε σκιερά σημεία όπου η UV δεν «καθαρίζει» την επιφάνεια.
Αιτίες αποχρωματισμού και πώς αποφεύγεται
Το λευκό είναι η πιο συχνή επιλογή σε πολυκατοικίες - φωτεινό, καθαρό, μεσογειακό. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρείται κιτρίνισμα ή θαμπάδα μέσα σε λίγα χρόνια.
Τρεις μηχανισμοί πυροδοτούν τον αποχρωματισμό: η UV ακτινοβολία υποβαθμίζει τη ρητίνη, τα συστατικά του φιλμ οξειδώνονται, και οι ρύποι συσσωρεύονται στην επιφάνεια.
Το κιτρίνισμα δεν είναι τυχαίο. Τέσσερις παράγοντες ευθύνονται στις περισσότερες περιπτώσεις.
Τα αλκυδικά και τα συστήματα διαλύτου οξειδώνονται με τον χρόνο. Το κιτρίνισμα είναι ιδιαίτερα εμφανές σε σκιερά σημεία όπου η UV δεν «καθαρίζει» την επιφάνεια.
Οικονομικά προϊόντα με χαμηλή αντοχή σε UV. Η ρητίνη υποβαθμίζεται ταχύτερα και αλλοιώνει τον τόνο του λευκού.
Καυσαέρια, σωματίδια και αιωρούμενες ουσίες επικάθονται στην επιφάνεια και δημιουργούν σταδιακή αλλαγή τόνου.
Σε περιοχές με υψηλή υγρασία, μπορεί να αναπτυχθούν μικροβιολογικές επικαθίσεις που αλλοιώνουν τόσο το χρώμα όσο και το φιλμ.
Η διάκριση είναι κρίσιμη για τη σωστή αποκατάσταση. Το κιτρίνισμα είναι αλλαγή χρωματικού τόνου - το χέρι αγγίζει την επιφάνεια και παραμένει καθαρό.
Η κιμωλίαση (chalking) είναι διάσπαση ρητίνης - το χέρι αφαιρεί λευκή σκόνη. Η κιμωλίαση σημαίνει ότι η ρητίνη έχει αποδομηθεί και απαιτείται καθαρισμός + αστάρωμα πριν την επαναβαφή.
Αν η επιφάνεια αφήνει σκόνη στο χέρι, δεν είναι κιτρίνισμα - είναι κιμωλίαση και χρειάζεται διαφορετική αντιμετώπιση.
Τέσσερα πρακτικά μέτρα μειώνουν δραστικά τον κίνδυνο αποχρωματισμού.
Επιλογή 100% ακρυλικού ή σιλικονούχου συστήματος. Τα σύγχρονα ακρυλικά παρουσιάζουν σημαντικά καλύτερη αντοχή σε UV σε σχέση με παλαιότερα συστήματα.
Χρήση υψηλής ποιότητας λευκών πιγμέντων (TiO₂). Τα φθηνά πιγμέντα υποβαθμίζονται ταχύτερα και ευνοούν τον αποχρωματισμό.
Καθαρισμός υποστρώματος, αφαίρεση παλαιών χαλαρών στρώσεων, αστάρωμα. Η βαφή πάνω σε βρώμικο υπόστρωμα επιταχύνει τη φθορά.
Πλύσιμο όψης κάθε 3–5 χρόνια αφαιρεί ρύπους πριν «μονιμοποιηθούν». Η πρόληψη κοστίζει πολύ λιγότερο από την πρόωρη επαναβαφή.
Αν το κιτρίνισμα είναι ομοιόμορφο και καθαρά αισθητικό, αρκεί μια απλή επαναβαφή για ανανέωση. Δεν χρειάζεται ειδική προετοιμασία πέρα από τον βασικό καθαρισμό.
Αν όμως συνοδεύεται από κιμωλίαση, η διαδικασία αλλάζει ριζικά: καθαρισμός πιέσεως, αστάρωμα σταθεροποίησης, και μετά η νέα εφαρμογή. Χωρίς καθαρισμό, η νέα βαφή αποτυγχάνει ακόμα πιο γρήγορα.
Επαναβαφή χωρίς καθαρισμό σε κιμολιασμένη επιφάνεια = επιτάχυνση της μελλοντικής αποτυχίας.
Επιστροφή στην κατηγορία.
Μετάβαση στην κατηγορίαΕπιστροφή στον κεντρικό οδηγό.
Μετάβαση στον οδηγό