Πρώτα προστατεύεται ο αγωγός
Ο μικροαυτόματος είναι προστάτης της γραμμής και όχι γενικός γιατρός κάθε συσκευής.
Οι περισσότεροι ιδιοκτήτες βλέπουν τον μικροαυτόματο απλώς σαν την ασφάλεια που ανεβοκατεβάζουν όταν πέσει το ρεύμα. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για το βασικό εξάρτημα που προστατεύει το καλώδιο μέσα στον τοίχο από θερμική καταστροφή και από βίαιο βραχυκύκλωμα.
Η ένδειξη B10, C16 ή C20 δεν είναι απλώς ένα γράμμα και ένας αριθμός. Ο αριθμός δείχνει το ονομαστικό ρεύμα, αλλά το γράμμα περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο ο μικροαυτόματος θα αντιδράσει όταν εμφανιστεί απότομη αιχμή ρεύματος. Εκεί ακριβώς κρύβεται η διαφορά μεταξύ σωστής και λανθασμένης επιλογής.
Αν βάλετε καμπύλη υπερβολικά αυστηρή σε φορτίο με μεγάλο ρεύμα εκκίνησης, θα έχετε ανεπιθύμητες αποζεύξεις. Αν βάλετε υπερβολικά ανεκτική καμπύλη σε λάθος κύκλωμα, μπορεί να χαθεί πολύτιμος χρόνος προστασίας. Για αυτό οι μικροαυτόματοι δεν μπαίνουν με συνήθεια αλλά με τεχνικό σκεπτικό.
Ο βασικός ρόλος του μικροαυτόματου είναι να διακόψει το κύκλωμα όταν το ρεύμα ξεπεράσει τα επιτρεπτά όρια για τη διατομή και τις συνθήκες του καλωδίου. Αυτό σημαίνει ότι η επιλογή του δεν ξεκινά από το τι συσκευή συνδέετε, αλλά από το ποιο καλώδιο έχει τοποθετηθεί και ποιο φορτίο καλείται να μεταφέρει με ασφάλεια.
Ο μικροαυτόματος διαθέτει δύο μηχανισμούς: θερμικό, για πιο αργές υπερφορτίσεις, και μαγνητικό, για στιγμιαία πολύ μεγάλα ρεύματα. Το γράμμα της καμπύλης αφορά κυρίως το σημείο στο οποίο ενεργοποιείται η μαγνητική λειτουργία, δηλαδή το πώς θα κρίνει ο διακόπτης αν βλέπει βραχυκύκλωμα ή απλώς ένα φυσιολογικό ρεύμα εκκίνησης.
Ο μικροαυτόματος είναι προστάτης της γραμμής και όχι γενικός γιατρός κάθε συσκευής.
Όταν το ρεύμα ανεβαίνει για μεγαλύτερο χρόνο, ο διακόπτης θερμαίνεται και αποζεύγει.
Σε πολύ απότομο ρεύμα, η απόζευξη γίνεται ακαριαία.
Δεν αλλάζει τα Ampere του διακόπτη, αλλά το πότε θεωρεί την αιχμή επικίνδυνη.
Η καμπύλη B ενεργοποιεί τη μαγνητική προστασία σε χαμηλότερο πολλαπλάσιο του ονομαστικού ρεύματος σε σχέση με την καμπύλη C. Αυτό την καθιστά πιο άμεση και πιο ευαίσθητη εκεί όπου δεν περιμένουμε μεγάλα ρεύματα εκκίνησης, όπως σε κυκλώματα φωτισμού ή σε ήπια οικιακά φορτία.
Σε τέτοια κυκλώματα, η ευαισθησία της B είναι πλεονέκτημα και όχι πρόβλημα. Η αποζεύξη σε σενάρια σφάλματος είναι ταχύτερη και πιο συμβατή με την ανάγκη να προστατευθεί μια γραμμή που δεν έχει λόγο να ανέχεται μεγάλες στιγμιαίες αιχμές ρεύματος.
Ταιριάζει σε γραμμές όπου οι στιγμιαίες αιχμές είναι μικρές ή σχεδόν ανύπαρκτες.
Ο φωτισμός και άλλα ήπια φορτία σπάνια απαιτούν υψηλή ανοχή εκκίνησης.
Μπορεί να αντιδράσει πιο γρήγορα σε σενάρια που δεν ανεβάζουν υπερβολικά το ρεύμα.
Αν το κύκλωμα τροφοδοτεί φορτία με ισχυρή εκκίνηση, η B μπορεί να οδηγήσει σε ενοχλητικές πτώσεις.
Συσκευές με μοτέρ ή συμπιεστή, όπως κλιματιστικά, ψυγεία, αντλίες και ορισμένα εργαλεία, παρουσιάζουν στιγμιαία ρεύματα εκκίνησης αρκετά υψηλότερα από το κανονικό τους ρεύμα λειτουργίας. Εκεί η καμπύλη C δίνει στον μικροαυτόματο περισσότερη ανοχή ώστε να μη θεωρεί κάθε εκκίνηση βραχυκύκλωμα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η C είναι ανώτερη ή πιο επαγγελματική από την B. Σημαίνει απλώς ότι είναι πιο κατάλληλη για συγκεκριμένο ηλεκτρικό προφίλ φορτίου. Αν χρησιμοποιηθεί παντού αδιακρίτως, μπορεί να καταλήξει να καθυστερεί άσκοπα την προστασία σε κυκλώματα που δεν το χρειάζονται.
Είναι χρήσιμη όταν περιμένουμε φυσιολογικές αιχμές από μοτέρ και επαγωγικά φορτία.
Σε τέτοια κυκλώματα η B συχνά αποδεικνύεται υπερβολικά αυστηρή.
Η αδιάκριτη χρήση της σε όλο το σπίτι δεν είναι τεχνικά ώριμη επιλογή.
Η γραμμή πρέπει να σχεδιάζεται με βάση τη λειτουργία της και όχι με αυτοματισμό.
Ένα από τα πιο επικίνδυνα λάθη είναι να συζητάμε για καμπύλες B και C και να ξεχνάμε ότι η ουσία ξεκινά από τη σωστή σχέση καλωδίου, μήκους γραμμής, τρόπου όδευσης και ονομαστικού ρεύματος. Μια λάθος επιλογή 16A ή 20A σε ακατάλληλη διατομή δεν σώζεται επειδή διαλέξαμε σωστό γράμμα.
Η ωριμότητα στη μελέτη φαίνεται όταν ο μηχανικός βλέπει το κύκλωμα ολιστικά: διατομή, φορτίο, πτώση τάσης, πιθανό ρεύμα βραχυκύκλωσης, επιλεκτικότητα και αναμενόμενη εκκίνηση. Τότε μόνο αποκτά πραγματικό νόημα η επιλογή B ή C και ο μικροαυτόματος γίνεται μέρος μιας σωστά δομημένης προστασίας.
Η διαστασιολόγηση παραμένει η βάση κάθε σωστής επιλογής.
Αφού βρεθεί το σωστό μέγεθος, επιλέγεται η σωστή συμπεριφορά.
Μήκος γραμμής, φορτία και συνθήκες εγκατάστασης επηρεάζουν το αποτέλεσμα.
Χρειάζεται συνδυασμός κανόνων, υπολογισμών και γνώσης της χρήσης.
Η διαφορά ανάμεσα σε μια σωστή και μια πρόχειρη εγκατάσταση συχνά κρύβεται σε ένα μόνο γράμμα πάνω στον μικροαυτόματο.
Επιστροφή στην κατηγορία.
Μετάβαση στην κατηγορίαΕπιστροφή στον κεντρικό οδηγό.
Μετάβαση στον οδηγό